Όταν το παιδί έχει δυσανεξία στη λακτόζη

Η λακτάση είναι ένα ένζυμο που απαντάται στο λεπτό έντερο και επιτρέπει στο σώμα να χωνεύει τη λακτόζη, το σάκχαρο που απαντάται στο γάλα και τα γαλακτοκομικά προϊόντα. Η ποσότητα λακτάσης στο λεπτό έντερο είναι υψηλότερη στη βρεφική ηλικία, όταν το γάλα είναι η κύρια τροφή.

Κατά το 3ο έτος, αρχίζει να μειώνεται. Σε μερικά άτομα, η δραστηριότητα της λακτάσης μπορεί να πέσει σε ένα επίπεδο που δεν επιτρέπει την πέψη των τροφών με μεγάλη περιεκτικότητα λακτόζης. Ο όρος «δυσανεξία στη λακτόζη» περιγράφει τη δυσκολία της πέψης γαλακτοκομικών προϊόντων εξαιτίας της χαμηλής δραστηριότητας της λακτάσης. Δεν δηλώνει αλλεργία στο γάλα.Η δυσανεξία στη λακτόζη μπορεί να είναι πρωτοπαθής, δηλαδή να εμφανιστεί χωρίς εμφανή αίτια, ή δευτεροπαθής, που σημαίνει ότι είναι προϊόν κάποιας πάθησης. Η πρωτοπαθής δυσανεξία στη λακτόζη εμφανίζεται όταν τα επίπεδα της λακτάσης μειώνονται σε βαθμό που εμποδίζει την πέψη όλης της λακτόζης.

Είναι συνηθέστερη σε συγκεκριμένες εθνικές ομάδες, κυρίως σε άτομα ασιατικής και αφρικανικής καταγωγής, και συνεπώς είναι κληρονομική. Ωστόσο, παιδιά και ενήλικοι οποιασδήποτε εθνικότητας μπορούν να εμφανίσουν δυσανεξία στη λακτόζη. Επίσης, η δυσανεξία στη λακτόζη μπορεί να εμφανιστεί σε οποιαδήποτε φάση της παιδικής ηλικίας, της εφηβείας ή της ενήλικης ζωής, αλλά σπάνια εμφανίζεται κατά τη βρεφική ηλικία.

Με μοναδική εξαίρεση την παροδική εμφάνιση στα πρόωρα γεννημένα βρέφη, η συγγενής δυσανεξία στη λακτόζη είναι σπάνιο φαινόμενο. Η δευτεροπαθής δυσανεξία στη λακτόζη οφείλεται σε γαστρεντερικές λοιμώξεις, όπως η γαστρεντερίτιδα (ανατρέξτε στη σχετική ενότητα) ή η φλεγμονώδης εντερική νόσος (ανατρέξτε στη σχετική ενότητα), που προκαλούν μείωση της δραστηριότητας της λακτάσης στο τοίχωμα του λεπτού εντέρου. Στην περίπτωση των γαστρεντερικών λοιμώξεων, η δυσανεξία είναι παροδική και βελτιώνεται μετά την ίαση των τοιχωμάτων του λεπτού εντέρου.

Πώς εκδηλώνεται η δυσανεξία στη λακτόζη;

Στην πρωτοπαθή δυσανεξία, τα συμπτώματα εκδηλώνονται με διαφορετικό τρόπο σε κάθε παιδί. Η άπεπτη λακτόζη περνά από το έντερο και αυξάνει την παραγωγή του νερού που αποβάλλεται με τα κόπρανα, τα οποία φαίνονται διαρροϊκά. Η λακτόζη μπορεί να χωνευτεί από βακτήρια του εντέρου που παράγουν αέρια, με συνέπεια τους σπασμούς και το μετεωρισμό.

Τα περισσότερα παιδιά εμφανίζουν συμπτώματα εντός 30 λεπτών-2 ωρών από τη στιγμή κατανάλωσης της τροφής με υψηλή περιεκτικότητα λακτόζης (π.χ. ύστερα από ένα ποτήρι γάλα). Ωστόσο, επειδή η λακτόζη απαντάται σε πολλές τροφές, μερικές φορές είναι δύσκολο να συσχετιστούν τα συμπτώματα με την κατανάλωσή της. Μερικά παιδιά έχουν αρκετή λακτάση για να χωνέψουν κάποιες τροφές που περιέχουν λακτόζη, όπως το τυρί ή το γιαούρτι, αλλά εμφανίζουν συμπτώματα όταν καταναλώνουν προϊόντα με υψηλή περιεκτικότητα λακτόζης, όπως το γάλα. Τα παιδιά με πρωτοπαθή δυσανεξία στη λακτόζη αναπτύσσονται φυσιολογικά και έχουν ικανοποιητικά ενεργειακά επίπεδα.

Οι εξετάσεις αίματος που ανιχνεύουν τις διατροφικές ανεπάρκειες, όπως η αναιμία ή οι μειωμένες τιμές αλβουμίνης, είναι φυσιολογικές στα παιδιά με μεμονωμένη πρωτοπαθή δυσανεξία στη λακτόζη. Ο γιατρός μπορεί να συστήσει προσωρινή αποχή από γαλακτοκομικά προϊόντα και παρακολούθηση των συμπτωμάτων. Αν τα συμπτώματα βελτιωθούν, ο γιατρός θα υποπτευθεί πρωτοπαθή δυσανεξία στη λακτόζη. Εντούτοις, η πιο αξιόπιστη διαγνωστική μέθοδος είναι η δοκιμή αναπνοής υδρογόνου. Αυτή η μη επεμβατική εξέταση αξιολογεί την ποσότητα υδρογόνου που εκπνέεται από τους πνεύμονες.

Αν το υδρογόνο της εκπνοής του παιδιού είναι αυξημένο μετά την κατανάλωση λακτόζης, αυτό σημαίνει ότι το παιδί έχει δυσανεξία στη λακτόζη. Αν το παιδί εμφανίσει δευτεροπαθή δυσανεξία στη λακτόζη ύστερα από μια γαστρεντερική λοίμωξη, κατά πάσα πιθανότητα ήταν υγιές πριν από τη λοίμωξη. Μετά τη βελτίωση της διάρροιας και την πάροδο του πυρετού και των εμετών, οι σπασμοί και τα διαρροϊκά κόπρανα επανεμφανίζονται όταν το παιδί πίνει γάλα ή καταναλώνει γαλακτοκομικά προϊόντα. Αυτά τα συμπτώματα υποχωρούν ύστερα από λίγες ημέρες ή εβδομάδες, καθώς αναπλάθονται τα κύτταρα που επικαλύπτουν τα τοιχώματα της γαστρεντερικής οδού. Το παιδί με ΦΕΝ μπορεί να έχει συμπτώματα εξαιτίας της δυσανεξίας στη λακτόζη, εκτός από τα υπόλοιπα συμπτώματα της νόσου. Σε αυτή την περίπτωση, θα έχει κόπωση και θα αναπτύσσεται με αργό ρυθμό.

Πώς αντιμετωπίζεται η δυσανεξία στη λακτόζη;

Η δυσανεξία στη λακτόζη δεν είναι απειλητική για τη ζωή. Αν η δευτεροπαθής δυσανεξία στη λακτόζη εμφανιστεί ύστερα από μια λοίμωξη, η προσωρινή αποχή από τα γαλακτοκομικά προϊόντα και η αργή επαναφορά τους μετά την υποχώρηση της διάρροιας είναι ευεργετική. Ο γιατρός μπορεί να συστήσει τη χρήση μιας φόρμουλας με σόγια ή χωρίς λακτόζη για μικρό χρονικό διάστημα, εφόσον το γάλα είναι η κύρια διατροφική πηγή του παιδιού. Η πρωτοπαθής και η δευτεροπαθής δυσανεξία στη λακτόζη που συνδέονται με τη ΦΕΝ, συνεπάγονται μακροπρόθεσμες αλλαγές στη διατροφή του παιδιού. Στόχος της θεραπείας είναι ένα χαρούμενο παιδί που απολαμβάνει την τροφή του και δεν υποφέρει από άλλα συμπτώματα.

  • Σε πρώτη φάση, εσείς και η οικογένειά σας πρέπει να μάθετε να διαβάζετε τις ετικέτες των τροφών, ώστε να εντοπίζετε τα γαλακτοκομικά προϊόντα.
  • Στη συνέχεια, όλοι πρέπει να εξοικειωθούν με τα προϊόντα που δεν περιέχουν λακτόζη και τις μεθόδους αντικατάστασης της λακτάσης. Το γάλα που δεν περιέχει λακτόζη, το τυρί που δεν προέρχεται από γάλα και το παγωτό χωρίς λακτόζη διατίθενται στην αγορά.
  • Το παιδί μπορεί να χρησιμοποιήσει ταμπλέτες αντικατάστασης λακτάσης. Αυτές χορηγούνται χωρίς ιατρική συνταγή και συνήθως διατίθενται στα ράφια του φαρμακείου μαζί με άλλα φάρμακα για το πεπτικό σύστημα. Το παιδί μπορεί να λαμβάνει τις ταμπλέτες λακτάσης πριν από την κατανάλωση γαλακτοκομικών προϊόντων, ώστε να προαχθεί η πέψη και να προληφθούν τα συμπτώματα
  • Όταν τα συμπτώματα τεθούν υπό έλεγχο και το παιδί είναι πιο ήρεμο, μπορείτε να εισαγάγετε σταδιακά στη διατροφή του μικρές ποσότητες λακτόζης. Έτσι, θα καταλάβετε ποιες τροφές και ποιες ποσότητες λακτόζης είναι σε θέση να χωνέψει χωρίς να εμφανίσει συμπτώματα. Το γιαούρτι, το cottage cheese και το σκληρό, παλαιωμένο τυρί είναι συνήθως πιο εύπεπτα. Είναι σημαντικό να καλύπτονται οι διατροφικές ανάγκες του παιδιού σε ασβέστιο. Σε ορισμένες περιστάσεις, επιβάλλεται η χορήγηση συμπληρωμάτων ασβεστίου.

Αν διαγνωσθεί δυσανεξία στη λακτόζη και υποδειχθεί μια ισορροπημένη δίαιτα χωρίς λακτόζη και χρήση χαπιών λακτάσης, το παιδί με δυσανεξία στη λακτόζη θα παραμείνει υγιές και δεν θα ταλαιπωρείται από ενοχλητικά συμπτώματα

Πηγή: Εγκυκλοπαίδεια Υγείας του Παιδιού, Εκδόσεις Διόπτρα